Tender is the Night

tenderisthenightimage

Αυτός ήταν ο 2ος Φιτζέραλντ (μετά τον Γκάτσπυ φυσικά) που διάβασα, και ίσως όχι ο τελευταίος, αν και δεν τρελάθηκα να πω την αλήθεια.

Αυτό το βιβλίο δε θα το έπαιρνα στα χέρια μου αν δεν το διάβαζα ως συνανάγνωση με δύο άλλα (τελικά) κορίτσια. Που και συνανάγνωση δεν το λες. . .
άλλης της το καθυστέρησε η βιβλιοθήκη και δεν το ξεκίνησε τελικά, άλλη την έφαγε το Κράκεν κάπου στις βόρειες θάλασσες, άλλη το πήρε σε τόμους και διάβασε μόνο τον πρώτο περιμένοντας (ακόμη) τους άλλους, άλλη το διάβασε και το τελείωσε σχεδόν μόνη της, και εγώ κάπου στη μέση όλης αυτής της ιστορίας.

Και φυσικά η συνεννόησή μας ήταν κάτι σαν συνεννόηση μεταξύ τυφλού και κουφού.
Αλληλοσποϊλεριζόμασταν σχεδόν μέχρι τη μέση του βιβλίου χωρίς να το καταλάβουμε διότι η ελληνική έκδοση ήταν η εκδοχή του 1951 και η αγγλική (η δική μου) του 1934.
Η ελληνική έκδοση είχε τα γεγονότα με χρονολογική σειρά: 1919-1930 ενώ η δική μου τα είχε (άστα τα μαλλάκια σου) ανακατεμένα: 1925, 1919, 1930.

Σαν ιστορία τώρα μου θύμιζε λίγο τον Υπέροχο Γκάτσμπυ με τα γκλαμουρο-χλιδάτα πάρτι, αυτό το αίσθημα χλιδής και παρακμής, που στ’ αγγλικά μεταφράζεται ως decadence.
(  Χριστέ μου τι ντεκατάνς *ψεκάζεται με εβιάν*   )
Πίσω από την χρυσοποίκιλτη κουρτίνα της βεράντας που βλέπει προς την Κυανή Ακτή, και τον ήχο των ποτηριών κοκτέιλ, κρύβονται μυστικά, κρύβεται δράμα και τραγωδία.

Βλέπουμε την ιστορία του ευκατάστατου αν όχι πλούσιου Ντικ Ντάιβερ και την πορεία του απ’ τα σαλόνια στ’ αλώνια (που δεν είναι ακριβώς αλώνια αλλά καταγώγια μέθης)

Βλέπουμε τι κρύβεται πίσω από αυτό το υποτιθέμενα πετυχημένο ζευγάρι του Ντικ και της Νικόλ Ντάιβερ.

Και μπορώ να πω προτίμησα την μη-χρονολογική σειρά της δικής μου εκδοχής (1951) όπου βλέπεις τους Ντάιβερ όπως τους βλέπει κάποιος όταν τους πρωτοσυναντήσει (Ρόζμαρι Χόυτ) και μετά σιγά – σιγά ξεδιπλώνονται τα μυστικά τους.
Τέλος επιστρέφουμε στο παρόν (1925) και αμέσως στο μέλλον (1930) για να δούμε πλέον την συνέχεια της ιστορίας ξέροντας πλέον τα μυστικά τους. Έτσι η χλιαρή αρχή έχει τους λόγους της που είναι έτσι αφού διαβάσεις μετά το παρελθόν (1919). Αν όμως διαβαστεί χρονολογικά τότε αυτή η χλιαρή συνέχεια (1925) ίσως σας κάνει να βαρεθείτε το παρόν αρκετά με αποτέλεσμα να βαρεθείτε και το βιβλίο το ίδιο.

Αν όλα αυτά που είπα και κυρίως η εποχή της Τζαζ, της δεκαετίας του 1920, και τα κρυμμένα μυστικά πίσω από καθώς πρέπει οικογένειες σας εξιτάρουν τότε διαβάστε το. Αν όχι πιάστε καλύτερα κάνα Κινγκ, Νέσμπο ή Γκέιμαν.

Βαθμολογία: 7/10

Advertisements

Λολίτα

-Από τις πιο ωραίες και ρομαντικές ιστορίες που διάβασα ποτέ μ. . .

-Τι λες ρε, πού είδες ρομάντζο εσύ; Αφού εδώ είναι η ιστορία ενός μεσήλικα που βάτευε ένα δωδεκάχρονο.

-Δε με άφησες όμως να ολοκληρώσω.

-Λέγε.

12942972

-Η γραφή του Ναμπόκοφ έχει τέτοια δύναμη που με έκανε να λυπηθώ στο τέλος αυτό το τέρας, και να βλέπω την Λολίτα ως ένα τσουλί.

Φυσικά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Χάμπερτ Χάμπερτ και η αφήγησή του εμπίπτει στην κατηγορία unreliable narrator (αναξιόπιστος αφηγητής)

Έτσι αν σηκώσουμε αυτό το πέπλο που χαρακτηρίζει τον Χ.Χ. ως ένα γοητευτικό, ωραίο και συνάμα ρομαντικό άντρα, βλέπουμε ένα τερατόμορφο κτήνος που η μόνη του έννοια είναι πώς να κάνει δική του τη Λολίτα, ένα δωδεκάχρονο, αθώο κορίτσι.

 

 

Το θέμα φυσικά του βιβλίου είναι ένα θέμα πολύ ευαίσθητο και ένα θέμα ταμπού μπορώ να πω.
Αλλά αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που διάβασα βιβλίο με παρόμοιο θέμα.
Το 2014 διάβασα το Tampa της Αλίσα Νάτινγκ το οποίο αντιστρέφει το φύλο και έχουμε εδώ μια καθηγήτρια να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με τους (2) δεκατετράχρονους μαθητές της.
Το βιβλίο αυτό φυσικά ως πιο σύγχρονο περιγράφει με γλαφυρότητα τις ερωτικές σκηνές αγγίζοντας έτσι τα όρια του πορνογραφήματος.
Μπορεί να ήταν πιο ωμό και να μην είχε την υπεροχή και τη λεπτότητα της πένας του Ναμπόκοφ αλλά η Νάτινγκ άγγιξε μια άλλη οπτική της παιδοφιλίας, που σπάνια θίγεται.
Αν μια γυναίκα παραπλανήσει ανήλικο αυτό την κάνει τέρας ή γκομενάρα; Και φυσικά την κάνει τέρας, απλά η κοινωνία αναγνωρίζει ως θύτες ΜΟΝΟ άντρες και θύματα ΜΟΝΟ γυναίκες.
Έτσι αν ένας καθηγητής παρενοχλήσει μια μαθήτρια θα χαρακτηριστεί τέρας, αν μια καθηγήτρια παρενοχλήσει μαθητή τότε ο μαθητής θα χαρακτηριστεί τυχεράκιας, έμαθε τις χαρές του έρωτα νωρίς.
Αν πάλι ένας άντρας πέσει θύμα βιασμού από γυναίκα κανείς δε θα τον πιστέψει: Σίγα που δε σ’ άρεσε ρε.
Αν πάλι μια γυναίκα πέσει θύμα βιασμού από άντρα θα πουν: Κουνούσε την ουρά της αυτή.
Να γιατί ο φεμινισμός είναι ακόμη αναγκαίος στις μέρες μας, και για άντρες και για γυναίκες.

 

 

Αλλά ας επιστρέψω στη Λολίτα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη.
Στο πρώτο βλέπουμε την ιστορία της ζωής του Χ.Χ. από την παιδική του ηλικία, την εφηβεία και την ενηλικίωση του στην Ευρώπη, μέχρι και την εγκατάστασή του στην Αμερική και την προσπάθειά του να κάνει δική του τη κόρη της σπιτονοικοκυράς τους χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, ακόμη και φόνο.

Αφού πετύχει το σκοπό του στο δεύτερο μέρος βλέπουμε τους δυο να ταξιδεύουν όλη την Αμερική από ξενοδοχείο σε μοτέλ, από μοτέλ σε τροχόσπιτο, και από τροχόσπιτο σε σπίτι.

Η ιστορία μπορεί να μην ήταν για μένα κάτι το πρωτότυπο και ως πλοκή να με κούρασε το κομμάτι των ατέλειωτων περιπλανήσεών τους στην Αμερική, αλλά η γραφή του είναι που το έκανε ένα εξαιρετικό κομμάτι της λογοτεχνίας.

Και μόνο να σκεφτείς ότι τα αγγλικά δεν ήταν η μητρική γλώσσα του Ναμπόκοφ σε κάνει να θαυμάζεις την ικανότητα του στο λόγο, στο λογοπαίγνιο, και στις εικόνες που δημιουργούσε.

Κάτι που με κούρασε επίσης σ’ αυτό το βιβλίο είναι η χρήση των άπειρων γαλλικών προτάσεων.
Όπως και στο Τρυφερή είναι η Νύχτα τα Γαλλικά (δε λέω) προσδίδουν ένα αίσθημα αυθεντικότητας, αλλά αν δεν ξέρεις γρι Γαλλικά αυτό γίνεται εκνευριστικό. Τουλάχιστον ας υπάρχουν υποσημειώσεις με τη μετάφραση. Δηλαδή αν μεταφραστεί η φράση θα χαθεί η αυθεντικότητά της; Όχι.

Συνολικά όμως ήταν μια ωραία εμπειρία και φυσικά θα ψάξω να βρω κι άλλα βιβλία του Ναμπόκοφ γιατί όπως είπα και πριν η γραφή του ήταν υπέροχα λυρική.

Βαθμολογία: 7,6/10

Fury / Παραφορά

Λόγω του ότι έχω αυτό το χούι να αγοράζω βιβλία και ως αντικείμενα, ως συλλέκτης, συνήθως την πατάω και απογοητεύομαι.

Αυτό το βιβλίο το αγόρασα από ένα thrift shop κυρίως λόγω του ότι ήταν υπογεγραμμένο από τον Σαλμάν Ρούσντι τον ίδιο. Δηλαδή αυτό το βιβλίο το άγγιξε ο ίδιος ο Ρούσντι, περιέχει το DNA του.

Αν δεν ήταν υπογεγραμμένο θα το προσπερνούσα απλά. Αλλά την πάτησα.

943974

Χωρισμένο σε τρία μέρη αυτό το βιβλίο ξεκίνησε όμορφα (και τηλεφωνικό κατάλογο να έπαιρνα μετά απ’ εκείνο το ανυπόφορο βιβλίο του Νταλί θα μου φαινόταν ενδιαφέρον), μου άρεσε που άκουγα ξανά την φωνή του Ρούσντι, γέλασα σε μερικά σημεία, και υπέθεσα ότι θα απολάμβανα αυτό το βιβλίο όπως έγινε και με το βιβλίο του Μπουκόφσκι αλλά δεν.
Το μομέντουμ που απέκτησε αυτό το βιβλίο εμφανίστηκε και χάθηκε στο πρώτο μέρος. Έτσι τα επόμενα δυο μέρη μου φάνηκαν χλιαρά, επαναλαμβανόμενα, με αχρείαστες λεπτομέρειες και βιογραφικά κομπάρσων (τυπική τεχνική του Ρούσντι) και βρέθηκα να το διαβάζω μόνο και μόνο για να τελειώσει.
Είχα αποφασίσει να του βάλω 2,6 να εμφανίζεται ως 3άστερο αλλά το γελοίο τέλος με ξενέρωσε μέχρι τον μυελό των οστών που το βάζω ένα καθαρό 2.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Μάλικ Σολάνκα, ένας Βρετανός καθηγητής του Κέιμπριτζ ινδικής καταγωγής που ξαφνικά του την βάρεσε να παρατήσει την γυναίκα του και το τρίχρονο αγοράκι του και να πάει στην Αμερική να χαθεί, να τον ρουφήξει αυτή η Αμερική που απορροφά κουλτούρες, λαούς, έθιμα, να τον ρουφήξει και αυτόν και τον θυμό (ή παραφορά κατά τον ελληνικό τίτλο).

Ως έναν βαθμό τον καταλαβαίνω να είναι θυμωμένος με τη ζωή του να έχει τάσεις φυγής (όπως εμένα), να θέλει να κάνει ένα διάλειμμα από γνωστούς και φίλους, αλλά (όπως εμένα) δε διάβασε πρώτα τους στίχους του Καβάφη που λένε:

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι όπως λέει και το ποίημα ο καθηγητής αυτός δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ το θυμό του, το πρόσφατο παρελθόν του, το μακρινό παρελθόν του (που όπως κάθε ινδικής καταγωγής χαρακτήρας του Ρούσντι, θέλει να ξεχάσει). Η πόλις τον ακολουθεί, τον κυνηγάει, τον στοιχειώνει . . .

Αλλά όπως είπα η ιστορία έχασε το μομέντουμ (στο πρώτο μέρος) που είχε με την ωραία γραφή, την καυστικά αστεία κριτική πένα του Ρούσντι για την αμερικανική κοινωνία.
Έτσι το υπόλοιπο βιβλίο ήταν απλά μια επανάληψη που δυστυχώς δεν ήταν το ήμισυ της μαθήσεως.

Βαθμολογία: 4/10

Σκιές: Ιστορίες Φρίκης

Τι βιβλίο κι αυτό!
12 ιστορίες φρίκης από μαιτρ του είδους όπως Λάβκραφτ (Κθούλου), Κλαρκ Άστον Σμιθ, Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (Κόναν ο Βάρβαρος), Ρόμπερτ Μπλοκ (Ψυχώ) και πολλούς άλλους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ιστορίες σε ερειπωμένα γοτθικά μοναστήρια με μακάβρια τσιμπούσια, ιστορίες με κατάρες σε ζούγκλες του Αμαζονίου, ιστορίες από τη μυθολογία του Κθούλου, ιστορίες φαντασμάτων, νεκρόφιλων, και πάρα πολλές άλλες.

Αυτό ήταν το πιο φτηνιάρικο (ως αντικείμενο) βιβλίο που διάβασα τον Οκτώβρη αλλά και το πιο αγαπημένο, ναι, ακόμη κι απ’ τους 2 Δράκουλες. (Παλουκωτή και Βαμπίρ)

Τώρα βγήκα στο κυνήγι για περισσότερες ιστορίες απ’ αυτούς τους παραμυθάδες φρίκης και τρόμου.

Επίσης στα μπόνους ήταν και η γενική εισαγωγή και ο σχολιασμός πριν από κάθε ιστορία του μεταφραστή Γιώργου Μπαλάνου που συνήθως τελείωνε κάπως έτσι:
Και τώρα διαβάστε το. Αν δεν φτάσετε μέχρι το τέλος, εγώ τουλάχιστο δεν θα σας κατηγορήσω
ή Αν έχετε αρχίσει να ανατριχιάζετε, όπως ελπίζω, σημαίνει ότι είστε έτοιμοι να διαβάσετε την ιστορία κλπ.

Συστήνεται για όλους τους λάτρεις τρόμου, αν και πιστεύω είναι εξαντλημένο, και το βρίσκετε μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία (απ’ ένα τέτοιο το πήρα), ή παζαράκια βιβλίου.

Βαθμολογία: 9/10

Το Σιλμαρίλλιον

6611137Ο συνδετικός κρίκος αυτού του βιβλίου με το προηγούμενο είναι τα ονόματα. Πολλά, πάρα πολλά ονόματα και με διάφορες παραλλαγές, αλλά τουλάχιστον εδώ υπήρχε ευρετήριο και δεν τα βρήκα βουνό.

Αυτό το βιβλίο ήταν συνανάγνωση με μια πολύ καλή φίλη Τολκινικιά επίσης, την Geo Kwnstantinou
Το διαβάσαμε κι οι δύο για 2η φορά μετα από τουλάχιστον 7-8 χρόνια.

Με εξαίρεση τα γνωστά εδάφια, (διότι για μένα είναι σαν βίβλος) Αινουλιντάλη, Τα παιδιά του Χούριν, και Τα Δακτυλίδια της Δύναμης, το υπόλοιπο βιβλίο ήταν λες και το διάβαζα για πρώτη φορά. Και αυτό ήταν θετικό.

Το βιβλίο ουσιαστικά χωρίζεται σε 5 μέρη:

Την Αϊνουλιντάλη που είναι ουσιαστικά κεφάλαιο κοσμογονίας (Γένεση), εξιστορώντας το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος με την μουσική πολλών θεϊκών όντων και όχι με ξόρκια ενός εγωκεντρικού.

Την Βαλακουέντα που είναι ουσιαστικά κεφάλαιο θεογονίας, το πώς δηλαδή δημιουργήθηκαν οι θεοί, πώς σχετίζονται μεταξύ τους, τι δυνάμεις έχουν, ποιοι είναι διεφθαρμένοι κλπ.

Το Σιλμαρίλλιον το όποιο είναι ουσιαστικά το 72% του όλου βιβλίου με 24 κεφάλαια που ασχολούνται με τα γεγονότα της Πρώτης Εποχής με γνωστότερα ίσως τις ιστορίες του Μπέρεν και της Λούθιεν, και των Παιδιών του Χούριν, ιστοριες που έχουν δυνατό το αίσθημα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπου ο ήρωας δεν ξεφεύγει από το πεπρωμένο του, και γύρω του όλα διαλύονται. Ποιητικά υπέροχες αλλά και καταθλιπτικά λυπητερές.

Το Ακάλλαμπεθ είναι κεφάλαιο που καταπιάνεται με τη Δεύτερη Εποχή και συγκεκριμένα την πτώση του βασιλείου του Νούμενορ.

Τέλος Τα Δακτυλίδια της Δύναμης είναι ουσιαστικά η Τρίτη Εποχή που είναι η πιο γνωστή στους περισσότερους όπως: Σάουρον, Γκάνταλφ, Χόμπιτς, Άραγκορν, Μόρντορ, κλπ.

silmarillion

Ο Τόλκιν είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας και έτσι λογικό είναι να δώσω αυτού του βιβλίου άριστα με τόνο.
Είναι ένα βιβλίο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει, μιας και ήταν απίστευτα τελειομανής και συνέχεια άλλαζε τη μορφή των ιστοριών τα ονόματα, συνέχεια έκανε αλλάγες. Αλλά με το θάνατό του ο γιος του αποφάσισε να δημοσιεύσει όλο αυτό τον όγκο ανέκδοτων ιστοριών.

Μια συνοδευτική έκδοση αυτού του βιβλίου είναι οι Ατέλειωτες ιστορίες που ακόμη να διαβάσω και διαδραματίζονται κυρίως την Τρίτη Εποχή αλλά και με επεισόδια από τις προηγούμενες εποχές.

The Master and Margarita

29779249Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα
όπως είναι και ο ελληνικός του τίτλος ήταν το βάφτισμα του πυρός για μένα στη ρωσική μυθιστοριογραφία.
Και όντως ήταν με πυρ που βαπτίστηκα, ένα πυρ με πύρινες γλώσσες να καίνε, τα ρωσικά ονόματα, για τα οποία θα μιλήσω παρακάτω.

Μετά από τις αποτυχημένες μου προσπάθειες να ξαναδιαβάσω (για 2η ή και 3η φορά) [κλασικά] βιβλία που δεν μ’ άρεσαν όπως,
Το στρίψιμο της βίδαςΤ’ απομεινάρια μιας μέρας, Ο εραστής, και (τ)Η(ν) καρδιά του σκότους, συνεχίζοντας όμως να έχω την ίδια αρνητικού πρόσημου γνώμη, αποφάσισα πως όταν ένα βιβλίο δεν μ’ αρέσει, σημαίνει ότι απλά δεν μ’ άρεσε.

Εκφράσεις όπως Το διάβασα σε λάθος στιγμή, αν ήμουν μικρότερος ίσως να μ’ άρεσε, δεν έπιασα το νόημα όπως πολλοί είναι δικαιολογίες των γλουτιαίων περιοχών.
Όταν ένα βιβλίο δεν σ’ αρέσει σημαίνει δεν σ’ άρεσε. Φτάνει πια να δικαιολογούμαστε όταν νιώθουμε ότι είμαστε στην μειοψηφία αφού απογοητευτούμε με ένα βιβλίο. Κανένας δεν είναι ίδιος, και κανένας δεν έχει τις ίδιες αναγνωστικές προτιμήσεις

Κάπως σας έχω προϊδεάσει για το τι θα πω παρακάτω.
Το βιβλίο αυτό χαρακτηρίζεται ως ένα αριστουργηματικό βιβλίο που σατιρίζει την Σοβιετική Ένωση εν καιρώ Στάλιν. . .
Πέρα από το ότι συνεχώς οι χαρακτήρες (ιδιαίτερα αυτοί που δεν έμοιαζαν Ρώσοι) έπρεπε να δείχνουν την ταυτότητά τους και πέρα από το να ασκείται κριτική στη ματαιοδοξία της θεατρικής και εκδοτικής σκηνής στην Σταλινική Ρωσία τίποτα άλλο δεν διάβασα που να είναι σάτιρα, πόσο μάλλον διασκεδαστική όπως λένε αρκετοί.
Ίσως οι γνώσεις μου για αυτό το κομμάτι ιστορίας είναι λίγες, κομμάτι ιστορίας που με αφήνει αδιάφορο.

Το πρώτο μέρος το βρήκα κουραστικά άσκοπο. Ο Σατανάς και οι επιτελείς του διαπράττουν φάρσες στου ανθρώπους του θεάτρου και της λογοτεχνίας για να αποδείξουν ότι υπάρχει και θεός και σατανάς.
Εντάξει 1-2 άντε 3εις φάρσες το καταλαβαίνω. Αλλά να τραβήξει όλο αυτό για 200 σελίδες και με τους πρωταγωνιστές να είναι παντελώς απόντες άρχισε να μ’ εκνευρίζει. Και τα αμέτρητα ονόματα ατόμων που δεν ήταν καν σημαντικά πρόσωπα και απλά πάθαιναν την φάρσα με κούρασαν.

Τα Ρωσικά ονόματα είναι τριπλά: όνομα, πατρώνυμο, επώνυμο, κάποτε και με παρατσούκλι. Οπότε, ένας χαρακτήρας κάποτε εμφανιζόταν με ονοματεπώνυμο, κάποτε με παρατσούκλι και κάποτε με ονομαπατρώνυμο. Και δεν ήξερες αν ήταν το ίδιο ή 3 διαφορετικά άτομα. Και οι διάλογοι χρησιμοποιούσαν συνεχώς αυτό το μοτίβο:

-Καλησπέρα Ιβάν Κασπάροφ.
-Καλησπέρα και σε σένα Γελένα Ιβάνοβνα.
-Τι θα πιεις Ιβάν Κασπάροφ;
-Θα ήθελα μια βότκα με σαρδέλες Γελένα Ιβάνοβνα.
-Κάτι άλλο Ιβάν Κασπάροφ;
-Όχι, μόνο αυτά Γελένα Ιβάνοβνα.
-Έρχονται αμέσως Ιβάν Κασπάροφ.
-Ευχαριστώ Γελένα Ιβάνοβνα.
-Δε βγάζετε το σκασμό λέω εγώ, Ιβαν και Γελένα αμφότεροι, άνευ επιθέτου!
-Συγγνώμη Vladimir Sorokin.

Άραγε έτσι μιλάνε οι Ρώσοι, χρησιμοποιώντας ονοματεπώνυμο συνέχεια στους διαλόγους; Μπα.

Και μετά ακολούθησε το 2ο μέρος όπου πρωταγωνιστές ήταν η Μαργαρίτα, ο ανώνυμος (ευτυχώς) Μαιτρ, και διάφοροι υπηρέτες του σατανά, χωρίς φυσικά επίθετο.
Μια βδομάδα μετά την ολοκλήρωση του διαβάσματός μου θυμάμαι μόνο τα ονόματα των διαβόλων (Behemoth, Azazello, Woland), των πρωταγωνιστών (Μαιτρ και Μαργαρίτα), όπως επίσης και των αρχικών χαρακτήρων (Ιβάν και Μπερλίοζ).
Οι υπόλοιποι μπήκαν στα συρτάρια της λήθης με τα πανομοιότυπα τριπλά ονόματά τους.

(το παρατράβηξα με τα ονόματα, το ξέρω, αλλά δεν με άφησαν να ευχαριστηθώ το βιβλίο)

Παρόλα αυτά το 2ο μέρος το απόλαυσα, διότι περιείχε περισσότερη φαντασία και λιγότερα ονόματα, περισσότερο γκροτέσκο και λιγότερο ρεαλισμό, άρχισε να μοιάζει σαν μυθιστόρημα και όχι σαν συλλογή διηγημάτων με κοινό παρονομαστή (τον διάβολο) και έδωσε στο βιβλίο ένα ωραίο τέλος. Το 2ο μέρος (4,5/5) ήταν που έσωσε το όλο βιβλίο από το κουραστικά επαναλαμβανόμενο 1ο μέρος (2,5/5), έτσι η βαθμολογία ανέβηκε στο 3,5.

Να αναφέρω ότι μου άρεσαν και τα 3-4 κεφάλαια με πρωταγωνιστή τον Πόντιο Πιλάτο που τα βρήκα κάπως out of place σε σχέση με την υπόλοιπη ιστορία, αλλά ήταν τουλάχιστον ένα ωραίο διάλειμμα από τα ρώσικα ονόματα. . .

Θα ξαναδώσω ραντεβού του χρόνου με τη ρωσική λογοτεχνία. Μία δόση το χρόνο είναι ότι πρέπει για μένα. Δε θα άντεχα και 2ο κατακλυσμό ονομάτων για φέτος.

Αυτή η κριτική θα μπορούσε να ονομαστεί Η ιστορία ενός αναγνώστη που πνίγηκε σε μια παγερή θάλασσα από ρωσικά ονόματα

Αν αυτό το βιβλίο είναι για σένα αγαπημένο, ζητώ ταπεινά συγγνώμη ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ!!!

Βαθμολογία: 7/10

Three Daughters of Eve

İnanca, inançsızlığa, arayışa, farklı kadınlara ve aşka dair baş döndürücü bir yolculuk…
.
34468958

 

Καλέ, ελάτε πίσω. Στα ελληνικά θα τα πω. Ούτε ένα αστείο δε σηκώνετε;

Λοιπόν, μετά τον Παμούκ συνεχίζω το ταξίδι μου στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία με την Ελίφ Σιαφάκ.
Λίγο πολύ και η Σιαφάκ καταπιάνεται με θέματα που απασχόλησαν και τον Παμούκ:
Την πάλη μεταξύ κράτους θρησκείας και κοσμικού κράτους, την πάλη της Δύσης με την Ανατολή, και την πάλη της παράδοσης και του εκσυγχρονισμού.
Αυτό το βιβλίο πάει κι ένα βήμα παρακάτω:
Στη διαχρονική συζήτηση για τα δικαιώματα των γυναικών, τον σεξισμό και στην Ανατολή και στη Δύση, το Ισλάμ και τον Χριστιανισμό, την ταυτότητα του ποιος είσαι και πού ανήκεις, κλπ.

 

Η δομή του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα, μια δομή που σε παρακινεί να διαβάζεις συνέχεια μέχρι να φτάσεις στο τέλος.

Ενόσω βρισκόταν η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, Πέρι, στην Οξφόρδη φοιτήτρια την περίοδο 2000-2002 ένα σκάνδαλο λαμβάνει χώρα, ένα σκάνδαλο που την αφορά κι αυτή, και τινάζει στον αέρα την φιλία τριών κοριτσιών.

Το βιβλίο ξεκινά με την Πέρι να είναι πλέον 35 ετών το 2016 με τρία παιδιά, όπου από το πρώτο κεφάλαιο ένα επεισόδιο θα την κάνει να θυμηθεί το σκάνδαλο που έγινε πριν 19 χρόνια.
Κι έτσι ξεκινούμε ένα πηγαιν-έλα από το παρόν (2016) στο παρελθόν (1980’s, 1990’s, 2000’s).
Το παρελθόν ουσιαστικά διαδραματίζεται σε διάρκεια 10-11 χρόνων, ενώ το παρόν σε διάρκεια λιγότερη των 6 ωρών.

Το παρόν αφήνει συνεχώς μικρά στοιχεία για το παρελθόν της Πέρι, ένα όνομα, μια τοποθεσία, για την ιστορία της Πέρι κλπ. Το παρελθόν κανονικά την πορεία του μέχρι να έρθει στην ημέρα του σκανδάλου. Απ’ εκεί και πέρα ακολουθεί μια μοναχική πορεία το παρόν μέχρι το τέλος. Ένα τέλος όμως απότομο που με άφησε με την όρεξη για κάτι που τελικά δεν έφαγα.

Αφού απόλαυσα τις διαμάχες μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, Αθεΐας και Πίστης, Γυναικών και Αντρών σ’ όλο το βιβλίο, όπως επίσης και την Τουρκία των δεκαετιών 1980-1990 μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, το τέλος τα χάλασε.
Εκεί που περιμένεις να μάθεις τι θα γίνει τελικά με την Πέρι, πέφτει η αυλαία. Ένα ανοιχτό τέλος με άλλα λόγια.

Βασικά θα έβαζα καθαρά 4 αστέρια (μια άκρως υποκειμενική τεχνική βαθμολογίας) αλλά τώρα θα βάλω 3,6. Δεν υπάρχει πολλή διαφορά από πρώτη ματιά αλλά για μένα που το διάβασα ξέρω ότι αυτό δεν είναι ένα καθαρό 4άρι.
Είναι ένα βιβλίο όμορφο με απογοητευτικό τέλος.
Ίσως εσάς σας ικανοποιήσει.
Καλές αναγνώσεις (για όταν εκδοθεί στα Ελληνικά)

Βαθμολογία: 8/10

Το βιβλίο των χαμένων πραγμάτων

Θυμάστε τον Διονύση Δάγκα να προσπαθεί να πατάξει την τηλεφωνοπορνεία στους Οι Μεν και οι Δεν, και να βρίσκει μια αγγελία με τ’ όνομα Λυσσασμένες Ρουφήχτρες;
Ε, κάτι παρόμοιο έγινε και με αυτό το βιβλίο, το ρούφηξα μέσα σε 2 το πολύ 3 μερόνυχτα.

Τόσο μ’ άρεσε.
16114143

Το ελληνικό εξώφυλλο δεν με προϊδέασε τόσο πολύ για το τι θέμα είχε αυτό το βιβλίο. Δεν περίμενα ότι θα διάβαζα YA fiction που διαδραματίζεται σε μια παραμυθόχωρα. Περίμενα κάτι σε νουάρ.
Βλέποντας το πρωτότυπο εξώφυλλο καταλαβαίνεις κάτι παραπάνω. Δείτε το εδώ

Όντως ξεκίνησε με μια νουάρ ατμόσφαιρα το βιβλίο σε ένα Λονδίνο κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εποχή που δεν με πολυ-ελκύει σαν ιστορική περίοδος και ούτε σαν ιστορικό πλαίσιο στα βιβλία. Ξέρω σας έκανα τα νεύρα παστίτσιο με αυτό το δεν-μ’ αρέσει-η-περίοδος-του-δευτέρου-παγκοσμίου, αλλά δεν πειράζει. Ας με υποστείτε άλλη μια φορά.

Ευτυχώς μόνο οι 70 κάτι σελίδες είναι που διαδραματίζονται στο Λονδίνο της δεκαετίας του 40, το υπόλοιπο βιβλίο διαδραματίζεται σε μια μαγική χώρα παραμυθιού.

Μην φανταστείτε όμως παραμύθια για παιδιά του Ντίσνεϋ, αλλά τα παραμύθια όπως ήταν πριν τον Ντίσνεϋ, όπως τα συνέλεξαν οι Αδελφοί Γκριμ (Hansel and Gretel), ο Σαρλ Περώ (The Beauty and the Beast) και άλλοι από θρύλους και δοξασίες της μεσαιωνικής Ευρώπης· σκοτεινά παραμύθια γεμάτα αίμα, θανάτους και χωρίς happy end (συνήθως).

Ο Ντέιβιντ είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που μόλις έχασε την μητέρα του και τα έχει με το Θεό, με το πεπρωμένο του και ζει μέσα στη θλίψη και την απώλεια.

Ακολουθώντας μια ρωγμή στον κήπο του σπιτιού του βρίσκεται με μιας σε μια παραμυθόχωρα γεμάτη από παραμύθια και ήρωες που γνωρίζουμε, και όχι μόνο.

Με εξαίρεση το αστείο αλλά κάπως αχρείαστο επεισόδιο με τους κομμουνιστές νάνους και την καπιταλίστρια τοφάλα Χιονάτη αυτό ήταν ένα υπέροχο βιβλίο.

Το τέλος του βιβλίου όντως είναι κι αυτό υπέροχο αλλά ταυτόχρονα και γλυκόπικρο, ένα τέλος το οποίο πάνω κάτω συνοψίζει το θέμα της αγάπης, το φόβο για το θάνατο, για το ταξίδι της ενηλικίωσης, και τέλος για την δύναμη των μύθων και των παραμυθιών στη ζωή μας.

Δεν θα πω περισσότερα μήπως και χαλάσω την αναγνωστική σας εμπειρία. Αν σας αρέσουν τα παραμύθια διαβάστε το, αλλά να έχετε υπόψη σας ότι είναι αρκετά σκοτεινό.

Βαθμολογία: 8/10

Go Set a Watchman

Αυτό το βιβλίο ήταν μια συνανάγνωση με δυο καλά κορίτσια την
Εύη και την Μαρία24831147

Μέχρι το 2014 η Χάρπερ Λι έκδωσε μόνο ένα βιβλίο (Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια [1960] ) το οποίο της χάρισε αμέτρητα βραβεία.
Τον Ιούλιο του 2015, λίγους μήνες πριν τον θάνατό της τον Φεβρουάριο του 2016 έκδωσε και το δεύτερο της μόλις βιβλίο. Το ότι έκδωσε το βιβλίο αυτό στα 89 της χρόνια έκανε πολλούς να αναρωτηθούν αν όντως ήταν δική της η απόφαση. Οι δικηγόροι της και οι agents της ισχυρίστηκαν ότι, ναι, ήταν δική της η απόφαση.
Τι ήταν όμως αυτό που την παρακίνησε να το εκδώσει τόσο αργά; Κάποια διαίσθηση ότι θα πέθαινε και θα έμενε το προσχέδιο των Κοτσυφιών στα συρτάρια της λήθης;

Το ερώτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο επίμονο μαθαίνοντας ότι το Βάλε ένα Φύλακα είναι βασικά μια πρώιμη μορφή του Όταν Σκοτώνουν τα Κοτσύφια, που η agent της την συμβούλεψε να το αλλάξει. Σιγά σιγά το ΒΕΦ άλλαξε μορφή και έγινε το ΟΣΤΚ.

Τα Κοτσύφια διαδραματίζονται όταν η Σκάουτ είναι μόνο 11/12 χρονών (1930’s). Ο φύλακας διαδραματίζεται όταν η Σκάουτ είναι 26 χρονών (1950’s). Επιστρέφει στη γενέτειρά της και βλέπει αρκετές αλλαγές.
Πράγματα κι ανθρώπους που έβλεπε ως ιδανικά τώρα τα βλέπει με τα μάτια ενός ενήλικα όπως είναι. Κι αυτό της μοιάζει εφιάλτης.

Την βλέπουμε να αναπολεί τις καλές εποχές της παιδικής της ηλικίας. Καλές εποχές που ουσιαστικά είναι μνήμες κοσκινισμένες ούτως ώστε στο κόσκινο να μένουν μόνο οι καλές μνήμες. Όπως ακριβώς ακούμε και ‘μεις τώρα θείες γιαγιάδες κλπ να λένε: Εκείνες ήταν καλές εποχές. Καλές ναι, μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού όμως.

Πολλοί λένε ότι αυτό το βιβλίο υστερεί σε δύναμη από τα Κοτσύφια. Σαν αφήγηση και σαν ιστορία έχει κάποιες αδυναμίες αφού εκδόθηκε σχεδόν όπως ήταν, ένα προσχέδιο για τα Κοτσύφια.
Αλλά εδώ υπήρξε αρκετή ένταση, ένταση που ένιωσα κι εγώ με την Σκάουτ που έβλεπε τον ιδανικό της κόσμο να καταρρέει τις μάσκες (που ίσως η ίδια έβαλε σαν παιδί) να πέφτουν, τον παράδεισο του Νότου να γίνεται κόλαση.

Το διάβασα σχεδόν απνευστί σε κάτι περισσότερο από μια μέρα. Το τέλος με βρήκε να διαφωνώ που η Σκάουτ τελικά φαίνεται να συμβιβάζεται με την πραγματικότητα. Αλλά δεν την κατηγορώ.

Τελειώνοντας θέλω να πω ότι μου φάνηκε παράξενο που ο φίλος της ο Χένρι ήταν και παιδικός της φίλος αλλά στα Κοτσύφια δεν αναφέρεται καν. Τον γνώρισε μετά τα 12 και γι’ αυτό; Άλλο ένα μυστήριο που περιβάλλει αυτό το βιβλίο.

Τελικά μπορώ να πω ότι του βάζω ένα 3,6, δηλαδή 0,5 παραπάνω από τα Κοτσύφια, έτσι για να πάρει 4 αστέρια στη βαθμολογία.

Βαθμολογία: 7/10

To Kill a Mockingbird

tkam20-20page20title
Αυτό το βιβλίο ήταν μια συνανάγνωση με δυο καλά κορίτσια την
Εύη και την Αθηνά. Η οποία συνανάγνωση ήταν το ίδιο απολαυστική όσο το βιβλίο, αν όχι και περισσότερο.

Μέχρι το 2014 η Χάρπερ Λι έκδωσε μόνο ένα βιβλίο το οποίο της χάρισε αμέτρητα βραβεία όπως το Βραβείο Πούλιτζερ το 1961, Το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας το 2007 από τον Μπους, το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών το 2010 από τον Ομπάμα, και άλλα μικρότερου βεληνεκούς βραβεία. Το βιβλίο αυτό είναι το Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια (ένα κοτσύφι στο πρωτότυπο αγγλικό) το οποίο βιβλίο έγινε και ταινία το 1962 η οποία κέρδισε 3 Βραβεία Όσκαρ: Καλύτερου πρώτου αντρικού ρόλου, Καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, και Καλύτερου σχεδιασμού παραγωγής.

Με πάνω από τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφρασμένο σε 40 γλώσσες αυτό το βιβλίο πριν το διαβάσω είχε βάλει ψηλά τον πήχη, αλλά τελειώνοντάς το μου άφησε μια επίγευση απογοήτευσης.

Λάτρεψα την αθωότητα των παιδιών απέναντι στην πικρή προκατάληψη και το παράλογο μίσος των μεγάλων, απόλαυσα την ένταση στο δικαστήριο, διάβασα το βιβλίο σχεδόν απνευστί αλλά το τέλος μου φάνηκε κάπως βιαστικό. Μετά δηλαδή τον γελοίο καρναβαλίστικο (Χάλλοουιν) χορό. Με άλλα λόγια οι τελευταίες 30 σελίδες (κεφάλαια 28-31) θα μπορούσαν να γίνονταν διπλάσιες και να ήταν πιο ομαλό το τέλος.

Δε θα πω ότι το τέλος σκότωσε το βιβλίο απλά δεν με ικανοποίησε 100% για να του δώσω 4 αστέρια. Έτσι θα του βάλω 3.5 αστέρια. Φυσικά και δε θα δικαιολογηθώ γιατί να μην βάλω 5 αστέρια σ΄ένα τέτοιο αριστούργημα. Γούστα είν’ αυτά. You like to-may-toes and I like to-mah-toes που λένε και στο χωριό μου.

ΥΓ. Έχω ήδη αρχίσει τον Φύλακα και τον απολαμβάνω: (μέχρι στιγμής)